Σάββατο 3 Σεπτεμβρίου 2016

Τηλεοπτικές άδειες: Οφέλη και ερωτήματα



H δημοπράτηση, για πρώτη φορά, των τηλεοπτικών συχνοτήτων της χώρας προκάλεσε ως συνήθως συζητήσεις γύρω από την διαδικασία αλλά και το ζητούμενο. Τον έλεγχο της διαπλοκής αφού περνά μέσα από τους τηλεοπτικούς μας δέκτες. Ένα δεύτερο στοίχημα είναι το στοίχημα της ουσιαστικής αναβάθμισης της ενημέρωσης. 

Ο ξένος τύπος απασχολήθηκε με το ζήτημα. H DW, συγκεντρώνοντας το σύνολο του γερμανικού τύπου, δείχνει γενικά υποστηρικτική απέναντι στο εγχείρημα, χαρακτηρίζοντας το ως τομή, διατυπώνοντας όμως αμφιβολίες σχετικά με το αν τελικά θα σπάσει η διαπλοκή. 

Στη Γαλλία καταγράφεται η κριτική στάση σε ένα άρθρο της Le Monde -τελειώνει μάλιστα με δηλώσεις Πρετεντέρη- ενώ η Liberation είναι σαφώς πιο θετική αναφέροντας στο τίτλο του μοναδικού άρθρου που φιλοξενεί ότι ''ο ΣΥΡΙΖΑ κέρδισε το στοίχημα με τις τηλεοπτικές άδειες''.

Τα αμερικάνικα μιντια δεν ασχολήθηκαν ιδιαίτερα με το ζήτημα με μόνη εξαίρεση ένα άρθρο των ΝΥΤ με σαφώς ευνοϊκό στίγμα στον τίτλο ''Η Ελλάδα σπάει το τρίγωνο της διαπλοκής στην τηλεόραση'' και πιο ισορροπημένο περιεχόμενο. 

Γενικώς, η κριτική προσέγγιση στέκεται στο νούμερο των αδειών και στο ουσιαστικό ζητούμενο του ελέγχου της διαπλοκής. Ο Τσίπρας πιστώνεται την προσπάθεια ρύθμισης αλλά καταγράφεται από κάποιους το ερώτημα αν η επιλογή του αριθμού των ενημερωτικών καναλιών συνιστά προσπάθεια της κυβέρνησης να ελέγξει το τηλεοπτικό τοπίο. 

Δεν υπάρχει όμως τέτοια πρόθεση όπως φαίνεται και από το αποτέλεσμα και την διαδικασία του διαγωνισμού. Θα ακολουθήσουν βέβαια τα περιφερειακά κανάλια και τα κανάλια με θεματικές ενότητες πανελλήνιας εμβέλειας. 

Το ζήτημα θα ξεχαστεί μετά από λίγους μήνες όταν θα έχουμε προσαρμοστεί στη νέα πραγματικότητα. Θα συνηθίσουμε. Θα υπάρχει κανάλι του Μαρινάκη ενός ανθρώπου που κατηγορείται για στημένα και διαφθορά, αλλά θα υπάρχουν διαδικασίες και κανόνες για την απόκτηση των τηλεοπτικών συχνοτήτων, ακόμα και αν αλλάξουν κάπως αργότερα. Πάντα όμως με μέτρο την κατάσταση που έχει διαμορφωθεί ιδίως αν ο διαγωνισμός κριθεί και τελεσίδικα νόμιμος από την δικαιοσύνη. 

Οι άδειες πάντως δεν θα είναι ούτε πειρατικές ούτε άναρχες και πάντα το Ελληνικό δημόσιο θα εισπράττει ότι δεν εισπέραττε μέχρι σήμερα και από το αντίτιμο της χορήγησης της εκάστοτε αδείας και από την πληρωμή των διαφημιστικών τελών. 

Περαιτέρω θα υπάρχουν κανόνες ώστε να διασφαλίζεται ότι το κόστος λειτουργίας των τηλεοπτικών καναλιών δεν θα κινδυνεύει να μετακυλιστεί στους Έλληνες πολίτες με τον ένα ή με τον άλλο αθέμιτο τρόπο. 

Όσον αφορά τα οφέλη αυτά οπωσδήποτε σχετίζονται με τα δημόσια έσοδα. Το συνολικό όφελος θα ξεπεράσει πιθανότατα τα 300 εκ. ευρώ κάτι απροσδόκητο και σημαντικό για το κράτος. Έχουμε by far την πιο ακριβή ''ιδιωτικοποίηση'' με τα έσοδα όμως να ανήκουν 100% στο ελληνικό δημόσιο και όχι 50-50 όπως συμβαίνει με τις υπόλοιπες ιδιωτικοποιήσεις (χρέος-ανάπτυξη).

Σε αυτό το θέμα θα πρέπει να συνεκτιμηθεί και το τέλος της μαύρης τρύπας ανατροφοδότησης πτωχευμένων επιχειρήσεων από τραπεζικούς ομίλους με τα δάνεια που έχουν χορηγηθεί μέχρι σήμερα να αγγίζουν το 1 δισεκατομμύριο ευρώ. 

Θα έχουμε καλύτερη ενημέρωση; 

Η απάντηση είναι ότι εξαρτάται από τους θεσμούς και τη στάση των εμπλεκομένων. Τις κυβερνήσεις, τους μιντιάρχες, τους τραπεζίτες, τους διαφημιστές. Και η απάντηση δεν μπορεί να είναι σταθερή καθώς το στοίχημα αυτό συνεχώς θα αναζωπυρώνεται διαρκώς στο χρόνο 

Θετικό είναι βέβαια ότι πλέον οι ισορροπίες μεταξύ των εμπλεκομένων θα είναι πιο δίκαιες και ότι θα υπάρχουν πλέον κανόνες γύρω από το τηλεοπτικό τοπίο. Μπορούμε να πούμε με ασφάλεια ότι η αναδιοργάνωση του πλαισίου έχει σαφώς καλύτερους όρους για το δημόσιο συμφέρον. 

Αμφιβάλλω όμως αν κάτι θα αλλάξει στην ποιότητα της ενημέρωσης, γεγονός που βέβαια δεν αφορά καμία κυβέρνηση. Τα νέα πρόσωπα και τα ήδη υφιστάμενα -νομικά και φυσικά- που θα συνεχίσουν να μας ενημερώνουν δεν εγγυώνται κάποια ποιοτική αλλαγή. 

Ίσως η αριστερά έπρεπε να επιχειρήσει να αποσυνδέσει μερικώς το οικονομικό πρότυπο γύρω από την ενημέρωση ώστε να να εξασφαλίσει ένα διαφορετικό μοντέλο, όχι μόνο γύρω από οργανωμένα επιχειρηματικά συμφέροντα, αλλά στη βάση πιο κοινωνικών εγχειρημάτων. Η περίπτωση του Μαρινάκη πρέπει να εξεταστεί εκ νέου μετά και από τις ποινικές διώξεις που άσκησε η Εισαγγελία Διαφθοράς.

Συμπερασματικά γύρω από την αναδιοργάνωση του τηλεοπτικού τοπίου νομίζω ότι μπορούμε να καταλήξουμε με ασφάλεια στα εξής 

  • Υπάρχει πρωτόγνωρα θετικό πρόσημο για τα δημόσια έσοδα. 
  • Υπάρχει θετικό πρόσημο στην θεσμοθέτηση, για πρώτη φορά, νόμιμης διαδικασίας και κανόνων γύρω από την εκμετάλλευση των αδειών. Μπορεί όμως και πρέπει να βελτιωθεί το πλαίσιο ακόμα περισσότερο. 
  • Το κοινό περί δικαίου αίσθημα ισορρόπησε γύρω από τους καναλάρχες που καρπούνταν δημόσια αγαθά αμισθί. 
  • Υπάρχει ένα ερωτηματικό, με μάλλον αρνητικό πρόσημο, για την πραγματική αλλαγή της ποιότητας της ενημέρωσης. 
Ως κράτος τέλος νομίζω ότι μπορούμε να κρατήσουμε και το εξής. Αν προσεγγίσουμε με την ίδια ένταση την προσπάθεια επίλυσης των προβλημάτων και βελτίωσης όλων των κρίσιμων ζητημάτων της οικονομίας, όπως συνέβη με τις άδειες, τα πράγματα μόνο θα βελτιώνονται.  

Παρασκευή 26 Αυγούστου 2016

Ο Jason Bourne δεν πέρασε απ' την Αθήνα

Oι "χαμένες ευκαρίες'' είναι ένα σύντομο και ξεχωριστό άρθρο που διάβασα από τον Ιάσονα Τριανταφυλλίδη και δείχνει την χαμένη ευκαιρία της Ελλάδας να καταστεί κινηματογραφικό κέντρο του κόσμου τη δεκαετία του 60. 

Τα πρώτα χρόνια εκείνης της δεκαετίας γυρίστηκαν ξένες ταινίες στην Ελλάδα που γνώρισαν μεγάλη επιτυχία με αποτέλεσμα να διαφημιστεί η χώρα μας. «Το παιδί και το δελφίνι» με τη Σοφία Λόρεν γυρίστηκε το 1956 στην Ύδρα, «Τα κανόνια του Ναβαρόνε» γυρίστηκαν το 1960 στη Ρόδο, το «Ποτέ την Κυριακή» με τη Μελίνα Μερκούρη γυρίστηκε εξ ολοκλήρου στην Ελλάδα την ίδια χρονιά και γνώρισε διεθνή επιτυχία λόγω της βραβευμένης μουσικής του Μάνου Χατζηδάκη.

Από το 1960 όμως που ο σκηνοθέτης του Ναβαρόνε δήλωνε πως θα γύριζε και άλλες ταινίες στην Ελλάδα και ντοκιμαντέρ αρχαιολογικών χώρων, μέχρι το 1964 που στον «Εθνικό Κήρυκα» δημοσιεύτηκε το άρθρο του Νέστορα Μάτσα, «Η Ελλάς δεν είναι πλέον κινηματογραφικόν κέντρον» η χώρα κατάφερε, μέσα σε 4 μόλις χρόνια, να χάσει τη φήμη και τις προοπτικές της. 

Η ευκαιρία που παρουσιάστηκε δεν ήταν βέβαια αποτέλεσμα συντονισμένης προσπάθειας και στοχευμένης πολιτικής. Προσεφέρθη άκοπα απ' την γεωγραφία και την ιστορία μας. To κλίμα της χώρας, το άπλετο φως, τα διαφορετικά και ποικίλλα τοπία, η νησιωτική Ελλάδα, οι αρχαιολογικοί χώροι που αποτελούν και το κεντρικό θέμα πολλών ταινιών ήταν τα εγγενή μας πλεονεκτήματα. 

Το μόνο που έμενε ήταν να ενισχυθεί το ευνοϊκό πλαίσιο με θεσμικές προσπάθειες της ελληνικής Πολιτείας. Κάποιες ενέργειες του Υπουργείου Πολιτισμού με κινηματογραφιστές και σκηνοθέτες, η δημιουργία υλικοτεχνικής υποδομής και διαφήμιση της χώρας μας για να προσκαλέσει τους ενδιαφερόμενους.

Τα οφέλη θα ήταν βέβαια πολλαπλάσια του συναλλάγματος που θα ξοδεύονταν στις τοπικές οικονομίες από το πολυάριθμο προσωπικό (ηθοποιοί, τεχνικοί, μακιγιέρ, στυλίστες κλπ) γύρω από το οποίο αναπτύσσεται μία ταινία για όσο καιρό διαρκούν τα γυρίσματα. 

Το brand name της χώρας θα κέρδιζε σε αναγνωρισιμότητα και σε θα μπορούσε να δημιουργήσει ένα κύμα εσόδων και θετικής φήμης γύρω από την Ελλάδα που θα το καρπωνόταν όχι μόνο οικονομικά αλλά και στις διεθνείς σχέσεις με αρωγό το Υπουργείο Εξωτερικών. 

Δυστυχώς η έλλειψη κάθε οργανωμένης προσπάθειας από πλευράς των κρατικών αρχών, τα υψηλά κόστη που χρεώνονταν στους ''ξένους'' για υποτυπώδη στούντιο, η παντελής σχεδόν έλλειψη και τεχνικής υποδομής και βέβαια η γραφειοκρατία που από το 60 δεν χορηγούσε άδειες για να γυριστούν ταινίες με αρχαιολογικά αξιοθέατα, καταδίκασαν κάθε προσπάθεια. 

Και αν θεωρούμε ότι αυτά συνέβαιναν στο παρελθόν, δυστυχώς συνεχίζονται. Πρόσφατα, ο Όλιβερ Στόουν θέλησε να γυρίσει τον Μέγα Αλέξανδρο στο Θεσσαλικό κάμπο, όντας συνεπής με την ιστορία και με την γεωγραφία της ταινίας.

Ζήτησε την άδεια από το Υπουργείο Πολιτισμού και ως απάντηση του ζητήθηκε το σενάριο της ταινίας για να το ελέγξει κάποιος μανδαρίνος κάποιος Υπουργείου και να το εγκρίνει. Όπως ήταν φυσικό, ο Όλιβερ Στόουν γύρισε τελικά την ταινία στην Ισπανία. Η ταινία διακρίθηκε σε τιμές, την είδαμε και εμείς στους κινηματογράφους αλλά την κρατήσαμε μακριά από την Ελλάδα. 

Η τελευταία ταινία της σειράς του Jason Bourne της οποίας το sequel έχει κόψει συνολικά εισιτήρια δισεκατομμυρίων δολαρίων παγκοσμίως, ξεκινά με τον Ματ Ντέημον σε μια σκηνή μάχης να πετάει μολότοφ στο Σύνταγμα. Ζητήθηκε λοιπόν άδεια από τις ελληνικές αρχές για να γυριστεί η σκηνή στο φυσικό της χώρο.

Το αποτέλεσμα ήταν να γυριστεί στην Τενερίφη! Οι Ελληνικές αρχές αρνήθηκαν να δώσουν άδεια προφανώς για να μην αμαυρωθεί η εικόνα της χώρας από μία σκηνή επεισοδίων, την ίδια εποχή που οι πρωτεύουσες της Ευρώπης συγκονίζονται από χειρότερα επεισόδια.

Έτσι, η Βουλή και το Σύνταγμα γυρίστηκαν ως εικονική πραγματικότητα ενώ κάποιες σκηνές από το μετρό της Αθήνας σύμφωνα με το σενάριο γυρίστηκαν στο Μετρό του Λονδίνου στο οποίο άλλαξαν τις ταμπέλες με Ελληνικά γράμματα. 

Oι χαμένες ευκαιρίες θα μπορούσε να είναι ένας ενδεικτικός τίτλος για πολλές δυνατότητες της χώρας που έμειναν ανεκμετάλλευτες. Δυστυχώς δεν αφορούν μόνο την απώλεια της χώρας ως επίκεντρου κινηματογραφικού ενδιαφέροντος. 

Απλά το παράδειγμα είναι διδακτικό γιατί δείχνει την μακροχρόνια έλλειψη σχεδιασμού της Πολιτείας που αδυνατεί να αξιοποιήσει ακόμα και τα ίδια τα δώρα της χώρας, την ιστορία και τον πολιτισμό της, για τα οποία μάλιστα επαιρόμαστε ως έθνος.

Οι χαμένες ευκαιρίες βέβαια δεν ήταν νομοτέλεια. Δεν ήταν αποτέλεσμα συμπτώσεων ή κάποιου ιστορικού ντετερμινισμού. Ήταν αποτέλεσμα πρακτικών και παραλείψεων, έλλειψης σχεδιασμού και υλοποίησης κάποιου σχεδίου αν υπήρχε.

Οι χαμένες ευκαιρίες όμως μπορούν να γίνουν κερδισμένα στοιχήματα. Στον πολιτισμό, τον τουρισμό, την γεωργία, την αειφόρο ανάπτυξη, στην αξιοποίηση του υψηλού επιστημονικού δυναμικού της χώρας , σε κάθε έναν από τους τομείς που υστερούμε.

Και επειδή στους περισσότερους τομείς έχουμε μείνει πίσω, ενώ πρέπει να καλύψουμε και μεγάλο έδαφος σε ένα έντονα διεθνές ανταγωνιστικό περιβάλλον, είναι ώρα να αρχίσουμε να σχεδιάζουμε και να υλοποιούμε αφού συνεννοηθούμε πρώτα, κράτος και κοινωνία, τι χώρα θέλουμε.

Η ανάκαμψη θα κριθεί από το πόσες χαμένες ευκαιρίες θα γίνουν κερδισμένες τελικά. Όχι βάσει των στατιστικά πετυχημένων εξαιρέσεων αλλά ως αποτέλεσμα συντονισμένων πολιτικών και θεσμικών πρακτικών, με εκπεφρασμένη βούληση, συνεργασίες, σχέδιο και επαγγελματική υλοποίηση. 

Η αλληλεπίδραση θεσμών και των εξουσιών (μέσα από ένα ρατσιστικό εκκλησιαστικό παράδειγμα)

Διαβάζω ότι ο Γενικός Γραμματέας Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, Κωστής Παπαϊωάννου έστειλε τις απαράδεκτες δημόσιες δηλώσεις του Μητροπολίτη Χίου ''Δεν είναι πρόσφυγες είναι λαθρομετανάστες'' στην Εισαγγελέα κατά του ρατσισμού και στην Εισαγγελία Χίου.

Θα διερευνηθεί αν ο Μητροπολίτης διέπραξε αξιόποινες πράξεις σε σχέση με δημόσιο λόγο που υποκινεί ή στηρίζει τον ρατσιμό.

Είναι μια ωραία αλλά και ενδιαφέρουσα είδηση για την αλληλεπίδραση μεταξύ των εξουσιών και των θεσμών στην Ελλάδα. Η Πολιτεία, η εκτελεστική εξουσία παραγγέλλει στη δικαστική τον έλεγχο της θρησκευτικής για ζητήματα νομιμότητας.

Η Εισαγγελία βέβαια μπορούσε, και κατά τη γνώμη μου όφειλε κιόλας, να επέμβει αυτεπαγγέλτως και να κινήσει ποινική δίωξη. Ένα πρόβλημα που διαπιστώνεται είναι ότι η δικαστική εξουσία σε πολλές, ευτυχώς όχι και σε όλες τις περιπτώσεις περιμένει ακόμα τις πρωτοβουλίες της εκάστοτε εκτελεστικής εξουσίας για να επέμβει.

Δεν θα έπρεπε γιατί υπό άλλη κυβέρνηση είναι απολύτως βέβαιο ότι δεν θα υπήρχε καμία παρόμοια πρωτοβουλία. Γι αυτό οι Εισαγγελείς πρέπει να κινούνται γενικώς αυτεπαγγέλτως. Για να προστατέψουν το ρόλο τους και να περιφρουρήσουν την ίδια την δικαιοσύνη ως θεσμό και πυλώνα του πολιτεύματος.

Ασφαλώς και ο λόγος του Μητροπολίτη είναι βέβαια ψευδής και κάλλιστα μπορεί να θεωρηθεί ρατσιστικός και επικίνδυνος για την κοινωνική ειρήνη. Δεν είναι όμως μεμονωμένο περιστατικό.

Πολλές φορές στο πρόσφατο παρελθόν είτε με την ψήφιση του συμφώνου συμβίωσης για τα ομόφυλα ζευγάρια, είτε με την πρόταση της συνταγματικής αναθεώρησης με την υιοθέτηση της ανεξιθρησκείας, είτε με τα βιβλία των θρησκευτικών στα σχολεία, φορείς της εκκλησίας και μητροπολίτες, όχι μόνο οι γραφικοί και επικίνδυνοι Αμβρόσιος, και Άνθιμος αλλα και άλλοι, προέβησαν σε απαράδεκτες δηλώσεις προσπαθώντας να επέμβουν στο έργο και της νομοθετικής και της εκτελεστικής εξουσίας ή να τις ακυρώσουν.

Το ζητούμενο είναι αν μπορούν οι θεσμοί να αλληλεπιδράσουν αποτελεσματικά σε βάρος μιας μορφής εξουσίας όταν αυτή παρανομεί δεδομένου ότι αδυνατεί να αυτοδιαχειριστεί.

Εν προκειμένω το παράδειγμα αφορά την εκκλησία και έχει τη σημασία του αλλά το στοίχημα είναι γενικότερο. Η αλληλεπίδραση των θεσμών είναι γνώρισμα των κρατών δικαίου και μιας πλουραλιστικής δημοκρατίας. Μπορεί να οδηγήσει σε μια αποτελεσματικότερη και πιο χρηστή διακυβέρνηση αφού οι εξουσίες θα ελέγχονται από τους θεσμούς.

Ιδίως για την Ελλάδα είναι ο μόνος τρόπος για να εμπεδοθεί πρωτίστως το αίσθημα που έχει πληγεί βάναυσα τα τελευταία χρόνια με τη διαπλοκή. Η ισότητα ενώπιον του Νόμου.

Δεν είναι βέβαια μια εύκολη υπόθεση. Παγιωμένες αντιλήψεις δεκαετιών όσον αφορά το ανέλεγκτο φορέων όχι μόνο της θρησκευτικής αλλά και της πολιτικής εξουσίας, της τραπεζικής, της επιχειρηματικής ελίτ, δεν ξεριζώνονται εύκολα ούτε αλλάζουν χωρίς συγκρούσεις.

Ο περιορισμός τους μέσω της πειθαρχίας τους στους θεσμούς συνεπάγεται την υποβάθμιση του μεριδίου εξουσίας που νέμονται και δεν θα είναι επιθυμητός. Ακόμα και αν ξεκινήσει η συγκρουσιακή αυτή διαδικασία, μέσω μικρών παραδειγμάτων όπως στην περίπτωση που εξετάζουμε, και πάλι η έκβαση δεν είναι δεδομένη.

Είναι αποδεδειγμένο όμως για πολλούς ήδη ιστορικά, ότι οι πλουραλιστικές δημοκρατίες είναι οι πιο υγιείς και ανθεκτικές στο χρόνο. Ο πλουραλισμός σε μία δημοκρατία είναι κατ' αρχήν πολιτικός, οικονομικός αλλά και θεσμικός.

Πολιτικός πλουριασμός σημαίνει ότι υπάρχουν τα στοιχεία των ελεύθερων εκλογών και μιας αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας στην εκλογή των κυβερνήσεων και η πολιτική εξουσία ανανεώνεται, κρίνεται και αξιολογείται ελεύθερα από τους πολίτες της μέσα από συνεταγμένους κανόνες.

Οικονομικός πλουραλισμός σημαίνει ότι υπάρχει ένας ελεύθερος υγιής ανταγωνισμός μεταξύ των οικονομικών υποκειμένων, σε ένα κράτος που εγγυάται την ισονομία και τις ίδιες ευκαιρίες για όλους, γεγονός το οποίο αποδεικνύεται ότι διαχέει τον πλούτο ευρύτερα κοινωνικά.

Ο θεσμικός πλουριασμός σημαίνει ότι οι φορείς της εξουσίας σε μία χώρα (νομοθετική, εκτελεστική, δικαστική και θρησκευτική στην Ελλάδα) αλληλοεπιδρούν, διατηρώντας την αυτονομία και την ανεξαρτησία κατά την λειτουργία τους, αλλά και σεβόμενοι τους περιορισμούς που συνεπάγεται η διάκριση των λειτουργιών τους, και πάνω από όλα η δικαιοσύνη.

Δύσκολο στην πράξη. Στοίχημα διαρκές για μία δημοκρατία. Το παράδειγμα του ρατσιστικού λόγου είναι σχετικά απλό (με μειοψηφίες που θα το υποστηρίξουν βέβαια ως ορθό, επιβεβλημένο ή φυσιολογικό). Ζωντανό πάντα αλλά ελλειματικό στη χώρα μας.


Τετάρτη 27 Ιουλίου 2016

Η χαμένη (;) ευκαιρία της απλής αναλογικής

Πριν λίγα 24ωρα η χώρα έχασε το προνόμιο να εγκαθιδρύσει ένα εκλογικό σύστημα απλής αναλογικής το οποίο θα ίσχυε από την επόμενη κιόλας εκλογική αναμέτρηση, επιβάλλοντας την ανάγκη ευρύτερων συνεργασιών για το σχηματισμό κυβέρνησης. 

Το θέμα αναφέρεται στη ουσία της δημοκρατικής διακυβέρνησης της χώρας και πρέπει να υπερβαίνει τις κομματικές διόπτρες. Οι μεγάλες τομές, οι μεγάλες αλλαγές, χρειάζονται ευρείες συναινέσεις.

Σύμφωνα με το Σύνταγμα, η ψήφιση του νόμου με παραπάνω απο 150 και όχι πάνω από 200 βουλευτές, όπως έγινε, σημαίνει ότι το νέο εκλογικό σύστημα θα ισχύσει απο τον σχηματισμό της μεθεπόμενης Βουλής. 

Αν προλάβει όμως. 

Υπαρχει ο κίνδυνος, αν η επόμενη κυβέρνηση σχηματιστεί με κορμό τη ΝΔ και όχι τον ΣΥΡΙΖΑ, ο νόμος θα καταργηθεί –με νέο νόμο- αφού η σημερινή αξιωματική αντιπολίτευση θέλει να διατηρήσει το μπόνους των 50 εδρών για το κυβερνών κόμμα. 

Στην πολιτική, συχνά, τα κόμματα αλλάζουν θέσεις ανάλογα με τους συσχετισμούς εξουσίας που ισχύουν την δεδομένη χρονική στιγμή. Αυτό είναι κατανοητό κι εξηγήσιμο. Δεν σημαίνει όμως απαραίτητα οτι είναι και σωστό. 

Μπορεί η ίδια θέση να κρίνεται άλλοτε επιθυμητή και άλλοτε όχι, ανάλογα με τη χρονική συγκυρία και τους πολιτικούς συσχετισμούς; 

Η απάντηση δεν είναι δεδομένη. 

Ο ΣΥΡΙΖΑ πάντως είχε το θάρρος να ζητήσει να υπερψηφιστεί ένας νόμος που θα επέβαλε τη συνεργασία του κυβερνώντος με περισσότερα κόμματα απο όσα σήμερα. Ήταν βέβαια και ένα πάγιο αίτημα της αριστεράς το οποίο μπορούσε να ικανοποιηθεί αφού δεν εξαρτάται απο οικονομικούς συσχετισμούς.

Είναι η πρώτη φορά πάντως που κυβερνών κόμμα στην Ελλάδα προβαίνει σε μια τέτοια κίνηση! Όλες τις άλλες φορές οι εκλογικοί νόμοι αναδιατάσσονταν με βάση τα μπόνους του κυβερνώντος κόμματος από την εκάστοτε κυβερνητική πλειοψηφία που δεν έβλεπε ότι η εξουσία είναι θνησιγενής.

Ο Νόμος λοιπόν επιβάλλει τις συνεργασίες κάτι το οποίο δεν ήταν ποτέ γνώρισμα της χώρας. Είναι επίπονο, άβολο κοινοβουλευτικά, όμως χρειάζεται.

Στα ισχυρά κράτη ισχύουν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο οι συνεργασίες μεταξύ των πολιτικών κομμάτων που ασκούν εξουσία και είναι φορείς διακυβέρνησης. 

Για παράδειγμα η Γερμανία. Η κυβέρνηση αποτελείται απο τα δυο μεγάλα κόμματα , τους χριστιανοδημοκράτες και τους σοσιαλιστές. Αυτο σημαίνει οτι το κράτος έχει συνέχεια και συνέπεια στα μεγάλα ζητήματα. 

Στην Αμερική ο Ομπάμα κράτησε ή και τοποθέτησε Ρεπουμπλικανούς σε κυβερνητικές θέσεις. Για να περάσει κάτι απο την Γερουσία χρειάζεται υποχρεωτικά την στήριξη και απο τα δύο μεγάλα κόμματα. 

Όχι οτι δεν υπάρχουν και αντίθετα παραδείγματα. Η Ιταλία λόγου χάρη είχε ταλαιπωρηθεί στη σύγχρονη ιστορία της από την ανάγκη σχηματισμού κυβέρνησης με 50+1 %. Η Ισπανία σήμερα δεν έχει ακόμα κυβέρνηση λόγω του εκλογικού της συστήματος. 

Υπάρχει όμως μια μεγάλη διαφορά μεταξύ αυτών των χωρών και της Ελλάδας. Η δημόσια διοίκηση σε αυτά τα κράτη είναι πραγματικά ανεξάρτητη απο την κυβέρνηση. Και η ανάγκη εκσυγχρονισμού της Ελλάδας είναι μεγαλύτερη σε πολλούς τομείς.

Ποιος αμφιβάλλει ότι μια ισχυρή κυβέρνηση θα επέβαλλε τολμηρές τομές που έχει ανάγκη εξυπηρετούν τον εκσυγχρονισμό της χώρας όχι μόνο στη δημόσια διοίκηση αλλά και σε άλλα σπουδαία ζητήματα; 

Στο επίκαιρο ζήτημα της Συνταγματικής αναθεώρησης οι προτάσεις θα μπορούσαν να ήταν ακόμα πιο τολμηρές αν υπήρχε σύμπνοια ευρύτερων συνεργασιών που δεν θα φοβόντουσαν το πολιτικό κόστος.

Ακόμα και στο μεγάλο ζήτημα του χρέους, οι διαστάσεις του οποίου απειλούν να καταπιούν τη χώρα, μια ισχυρή μεγάλη κυβέρνηση θα εισακούονταν περισσότερο στα διεθνή fora. Mπορεί να μην λέγεται όμως ισχύει. 

Ζητούμενο όμως σε τελική ανάλυση είναι τι θελουμε τελικά ως Έλληνες απο το πολιτικό μας σύστημα. Θελουμε ένα εκλογικό σύστημα που θα επιβάλλει στα κόμματα να συνεργάζονται για να σχηματίζονται κυβερνήσεις ή όχι; 

Οι περισσότεροι Έλληνες σύμφωνα με τις στατιστικές το επιθυμούν σήμερα. Παλιότερα δεν ίσχυε κατι τέτοιο. Θα μπορούσε λοιπόν να πει κάποιος οτι οι συνθήκες ωρίμασαν.

Τα περισσότερα κόμματα άλλωστε εντός Κοινοβουλίου υποστήριξαν το νόμο και τις βασικές του διατάξεις (ΣΥΡΙΖΑ, Αν.Ελ., Ένωση Κεντρώων, ΚΚΕ). Οι μαθηματικοί συσχετισμοί ήταν αυτοί που τελικά δεν επέβαλαν την άμεση εφαρμογή του με κίνδυνο την ματαίωση του.

Κρίμα. Η κουλτούρα της συνεργασίας απομακρύνεται. 

Το επιχείρημα που διαβάζω ότι θα υπάρχει κυβερνητική αταξία και χάος είναι ασφαλώς εκ του πονηρού. Θυμίζει ακατάσχετες κινδυνολογίες γραφικού τύπου τις οποίες έχουμε συνηθίσει τα τελευταία χρόνια και οι οποίες όσο και αν διαψεύδονται επανέρχονται με τον ένα ή τον άλλο τρόπο...

Δυστυχώς, είναι η κουλτούρα της εξουσιομανίας που αποτρέπει τις ευρύτερες συνεργασίες! Η ευθύνη βαραίνει τα παραδοσιακά κόμματα εξουσίας και τα παράγωγα τους που ακόμα αισθάνονται οτι η κυβέρνηση τους ανήκει και δεν γίνεται να μοιράζεται. 

Ακόμα και σήμερα, αδυνατούν να εννοήσουν ως πολιτικοί σχηματισμοί ότι η εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος είναι κάτι σπουδαιότερο από το νικητή μιας εκλογικής αναμέτρησης. Αδυνατούν επίσης να εννοήσουν ότι η εξουσία δεν ανήκει σε κανεναν κληρονομικώ δικαίω.

Χάθηκε λοιπόν μια ευκαιρία. 

Από την άλλη, δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι η στάση όσων καταψήφισαν την απλή αναλογική θα εξυπηρετήσει και τα σχέδια τους. Μπορεί να έχει και αντίστροφα αποτελέσματα. 

Θα κερδίσει όμως η χώρα;

Κυριακή 17 Ιουλίου 2016

Τουρκία: Η άβολη εξίσωση

Επί της αρχής, οι νόμιμα εκλεγμένες κυβερνήσεις ασφαλώς πρέπει να προστατεύονται από πραξικοπήματα. Η κατάλυση μιας εκλεγμένης κυβέρνησης με τανκς δεν μπορεί να είναι αποδεκτή. 

Ο Ταγίπ Ερντογάν αποκατέστησε την δημοκρατία αποκρούοντας το πραξικόπημα; 

Και ναι και όχι. Απέκρουσε την κατάληψη του πολιτεύματος από τον στρατό. Δεν αποκατέστησε όμως καμία δημοκρατία γιατί εδώ και χρόνια, δεν υπάρχει ουσιαστική δημοκρατία στην Τουρκία.

Η Τουρκία μεταβαίνει σε ένα πολιτειακό καθεστώς που προσομοιάζει επικίνδυνα σε σουλτανάτο στο οποίο ένα πρόσωπο έχει στραγγαλίσει και συγκεντρώσει όλες τις εξουσίες επάνω του. 

Το ίδιο βράδυ του πραξικοπήματος εκδιώχτηκαν 2.745 δικαστές επειδή θεωρήθηκαν ''ύποπτοι''. 

Προξενεί θαυμασμό όχι μόνο το νούμερο αλλά και η ταχύτητα της πρωτοβουλίας απο μια συνεδρίαση στις 3 τα ξημερώματα. Η μέθοδος είναι κατεξοχήν γνώρισμα μιας απολυταρχίας. Είναι προφανές ότι οι λίστες συμπαθούντων-αντιφρονούντων ήταν έτοιμες απο καιρό. 

Δεν είναι άλλωστε η πρώτη φορά που οι δικαστές εκβιάζονται στην Τουρκία επί Ερντογάν. 

Το 2015 δύο δικαστές φυλακίστηκαν σύμφωνα με τον αντιτρομοκρατικό νόμο, επειδή κατά την δικαιοδοτική τους κρίση έκριναν αθώους  και αποφυλάκισαν αντιπάλους του Ερντογάν. Κατέληξαν έτσι στη φυλακή και οι ίδιοι οι δικαστές. Η φυλάκιση τους δεν έγινε με δικαστική κρίση αλλά από το δικαστικό γραφείο της κυβέρνησης. 

Ο τύπος επίσης ελέγχεται ασφυκτικά στην Τουρκία όπως σε όλα τα απολυταρχικά καθεστώτα. 

Το facebook και το twitter και το Youtube απαγορεύτηκε πρόσφατα να εκπέμπουν, το Μάρτιο του 2015, για αναρτήσεις που ενοχλούσαν το κράτος, μετά τις διαδηλώσεις της νεολαίας που πνίγηκαν στην πλατεία Taxim με δακρυγόνα και αίμα.

Η μαζικής κυκλοφορίας εφημερίδα Zaman που πουλούσε πάνω από 650.000 φύλλα ημερησίως και ασκούσε κριτική στον Ερντογάν έκλεισε πραξικοπηματικά με επέμβαση αστυνομίας. Οι διαδηλώσεις υπέρ της ελευθερίας του τύπου κατεστάλησαν με βία. 

Τέσσερις μόλις ημέρες πριν τις τελευταίες βουλευτικές εκλογές η τουρκική αστυνομία είχε πάρει με τη βία τον έλεγχο δύο τηλεοπτικών δικτύων. Οι δυνάμεις ασφαλείας είχαν εισβάλλει, σε ζωντανή μετάδοση, μπροστά στις κάμερες, στην έδρα του Bugűn TV και του Kanaltűrk στην Κωνσταντινούπολη και έκλεισαν τα κανάλια προς παραδειγματισμό των υπολοίπων.  

Ο αυταρχισμός του καθεστώτος έχει εξαντλήσει την ελευθερία του τύπου που είναι πλέον αναγκαστικά καθεστωτικός. Όποιος ασκεί κριτική συλλαμβάνεται και μάλιστα βάση του αντιτρομοκρατικού νόμου, αντιμετωπίζεται δηλαδή ως τρομοκράτης.

Τα τελευταία δύο χρόνια δεκάδες εντάλματα σύλληψης έχουν ενεργοποιηθεί και εκτελεστεί κατά δημοσιογράφων και διευθυντών ενημερωτικών μέσων. 

Συνήθως στα απολυταρχικά καθεστώτα ο δεσπότης πλουτίζει παράνομα. Ο Remzi Gur, ο ταμίας του Ερντογάν, ανακαλύφθηκε πρόσφατα μεταξύ των ονομάτων στη λίστα των Panama Papers. 

Ο μικρότερος γιος του Τούρκου πρωθυπουργού Μπιλάλ Ερντογάν φαίνεται να εμπλέκεται σε σκάνδαλα διαφθοράς, κατάχρησης δημόσιου χρήματος. Ο γενικός εισαγγελέας της Κωνσταντινούπολης έχει ήδη εκδώσει ένταλμα σύλληψης σε βάρος του ως αρχηγού εγκληματικής οργάνωσης με σκοπό το προσωπικό κέρδος. 

Οι Αμερικανικές αρχές αναφέρθηκαν πρόσφατα και διπλωματικά, σε συμμετοχή της Τουρκίας στο λαθρεμπόριο πετρελαίου του Ισλαμικού κράτους. Η γερμανική Handelsbatt έγραψε ότι ο γιος του Ερντογάν μπορεί να λειτούργησε σαν ο άτυπος Υπουργός Πετρελαίου του Ισλαμικού κράτους.

Η ουσία είναι ότι η Τουρκία δεν χαίρει καμίας δημοκρατίας και η κατάσταση χειροτερεύει. Το γεγονός ότι η δικαστική εξουσία είναι αλυσοδεμένη ενώ ο τύπος αδυνατεί να ασκεί κριτική αποδυναμώνουν τη δημοκρατική νομιμοποίηση του Ερντογάν. Όχι όμως την λαϊκή αποδοχή του στα συντηρητικά τμήματα της αχανούς Τουρκίας.

Η διπλωματική αναγνωρισιμότητα του Ερντογάν ενισχύθηκε. Το παράδειγμα ενός επιτυχημένου στρατιωτικού πραξικοπήματος θα ανησυχούσε όλα τα κράτη.

Ο Ερντογάν είναι βέβαιο, όπως ήδη έδειξε με τους δικαστές, ότι θα εκμεταλλευτεί την κατάσταση και θα συγκεντώσει όλες τις εξουσίες γύρω του. Ακόμα και δικαιολογημένα για κάποιους, το αποτέλεσμα είναι το ίδιο.

Η Τουρκία θα έχει μια ακόμα πιο απολυταρχική διακυβέρνηση και θα απομακρυνθεί ακόμα περισσότερο από μια φιλελεύθερη δημοκρατία.

Άβολη εξίσωση. Ο Τουρκικός λαός εναντιώθηκε στο πραξικόπημα για να περισώσει την όποια δημοκρατία διαθέτει έστω και λειψή. Καλά έκανε. Μια απολυταρχική πολιτική διακυβέρνηση είναι λιγότερο χειρότερη από μια στρατιωτική αυταρχική διακυβέρνηση.

Από την άλλη, είναι βέβαιο, ότι η επικράτηση του Ερντογάν θα τον καταστήσει ακόμα πιο αυταρχικό προς βλάβη της ίδιας της Τουρκίας και της συρρικνούμενης δημοκρατίας της. Το τίμημα θα το πληρώσει ο λαός. Οι θεμελιώδεις δημοκρατικές ελευθερίες θα περιοριστούν ακόμα περισσότερο.


Κυριακή 26 Ιουνίου 2016

Το Brexit για την Ευρώπη και τη Μεγάλη Βρετανία



Oι Βρετανοί έχουν παραδοσιακά μια αίσθηση διαφορετικότητας καθώς και μια βαθιά πεποίθηση μοναδικότητας. 

Γι αυτό άλλωστε κάνουν τα περισσότερα ανάποδα από ότι ο υπόλοιπος κόσμος. 

Οδηγούν διαφορετικά, έχουν τις βρύσες τους διαφορετικά, τις πρίζες, πολλές πρακτικές στην καθημερινότητα τους που τους θυμίζουν ότι είναι ένας άλλος κόσμος. 

Επίσης, διατηρούν καλές σχέσεις με όλες τις πρώην αποικίες τους που απεδέχθησαν το σύστημα τους, ιδίως στη δημόσια διοίκηση, σε αντίθεση με τις άλλες αποικιοκρατικές δυνάμεις ή και την Αμερική, αν και δεν υπήρξαν καθόλου λιγότερο σκληροί.

Οι Βρετανοί αισθάνονται ότι ο κόσμος αποδέχεται την διαφορετικότητα τους. Όπου άφησαν τα χνάρια τους, ξέρουν ότι τους μιμήθηκαν. 

Είναι απολύτως φυσιολογικό λοιπόν για έναν κάτοικο της Μεγάλης Βρετανίας να μην θέλει να ανήκει και να μοιράζεται τα του οίκου του με άλλες ενώσεις. 

Γνωρίζει άλλωστε από τα βάθη της ιστορίας, ως κληρονόμος της πρώτης αποικιοκρατικής δύναμης ότι είναι μέρος μιας ισχυρής οικονομίας με ένα από τα πιο ανθεκτικά νομίσματα του κόσμου και το κέντρο του χρηματοπιστωτικού συστήματος σήμερα μεταξύ ΗΠΑ και Ευρώπης.

Το Brexit, αν και είναι θέμα πρωτίστως οικονομικό, παραμένει όμως μια φυσιολογική πολιτισμική εξέλιξη για τους Βρετανούς, που νόμιζω δύσκολα μπορεί να κατανοήσει κάποιος αν δεν έχει ζήσει εκεί.

Ο κόσμος αποφασίζει με κριτήρια απλά και χωρίς ιδιαίτερη ανάλυση των δεδομένων. Το αποτέλεσμα του Brexit για κάποιους ήταν έκπληξη, μάλλον όμως ήταν οριακά αναμενόμενο. 


Η Ευρωπαϊκή ελίτ όπως και η Βρετανική, υποστήριξαν το Brexit. Την ιστορία την γράφουν οι λαοί. Και το αν θα παραμείνει ενωμένη η Ευρώπη θα το καθορίσουν οι λαοί και όχι οι πολιτικές και οικονομικές ελίτ. 

Το Brexit πάντως θα αποδυναμώσει την Αγγλία οικονομικά και πολιτικά όπως και την Ε.Ε. Μένει να δούμε τι θα κυοφορήσει. 

Η στερλίνα θα υποτιμηθεί όπως και η χρηματοπιστωτική κατάσταση της χώρας. Οι οίκοι αξιολόγησης θα θεωρήσουν τη στερλίνα ως ένα πιο αδύνατο νόμισμα που αντιπροσωπεύει μια πιο αδύνατη οικονομία με λιγότερες προοπτικές ανάπτυξης. 

Μεγάλες εταιρείες, όπως η Morgan Stanley, θα αποχωρήσουν από την Αγγλία ή θα υποβαθμίσουν την παρουσία τους εκει. Η PWS εκτιμά ότι μέσα στο επόμενο 6μηνο 100.000 περίπου θέσεις εργασίας θα χαθούν από μεγάλες εταιρείες που θα αποχωρήσουν από το Λονδίνο. 

Επίσης, θα αλλάξουν και θα αναθεωρηθούν πολλά ως προς το χρηματοπιστωτικό σύστημα του Σίτυ που ήταν βασικός παράγοντας συγκέντρωσης και διαχείρισης κεφαλαίων μεταξύ Ευρώπης και Η.Π.Α.

Και η Ευρώπη όμως θα αποδυναμωθεί οικονομικά και πολιτικά από την έξοδο της Μ. Βρετανίας. 

Θα χάσει έναν από τους ισχυρούς οικονομικά και με πολιτική επιρροή παράγοντα της. Το ειδικό βάρος της Ε.Ε. οικονομικά και πολιτικά θα είναι μικρότερο χωρίς την Μ. Βρετανία. 

Η στάση της πάντως θα είναι σκληρή απέναντι στη Μ.Βρετανία. 

Δεν θα την διευκολύνει στο Brexit ούτε θα το αφήσει να σέρνεται διαδικαστικά, αν και το άρθρο 50 της Ευρωπαϊκής Συνθήκης προβλέπει ότι οι διαπραγματεύσεις για την αποχώρηση ενός κράτους μπορεί να διαρκέσουν 2 χρόνια.

Η Ε.Ε. θα κινηθεί γρήγορα και για να στείλει το μήνυμα ότι μπορεί ως ισχυρή δύναμη να χειρίζεται όλες τις καταστάσεις αλλά και προς παραδειγματισμό των υπολοίπων, φροντίζοντας να μην διευκολύνει οικονομικά την Αγγλία κατά την έξοδο της ή την μεταγενέστερη σχέση της με την Ε.Ε. 

Διαφορετική αντιμετώπιση θα άνοιγε το δρόμο ώστε τα κράτη να επιλέγουν την αποχώρηση ως μέσο πίεσης για να επιτύχουν ένα καλύτερο ειδικό καθεστώς στη σχέση τους με την Ε.Ε. 

Για την ίδια την Μ. Βρετανία υπάρχουν ακόμα μεγαλύτεροι κίνδυνοι. Είναι αμφίβολο το κατά πόσο θα πετύχει να παραμείνει ενωμένη αφού η Σκωτία ξεκάθαρα θα προτιμήσει την σύνδεση της με την Ε.Ε. ενώ η σχέση της με την Αγγλία είναι τώρα εμπόδιο. 

Η Μ.Βρετανία άνοιξε ένα δρόμο τον οποίο θα πρέπει να περπατήσει με προσοχή για να διασφαλίσει την πολιτική της σταθερότητα και την οικονομική της θέση. 

Όσον αφορά την Ε.Ε. 
 
Θα πρέπει να αναλύσει τις αιτίες του αποτελέσματος του Βρετανικού δημοψηφίσματος που θα μπορούσε να είναι παρόμοιο και σε άλλες χώρες. 

Θα πρέπει να συνειδητοποιήσει ότι οι λαοί την κρίνουν. Και οι λαοί είναι αυτοί που θα αποφασίσουν τελικά αν μπορεί να παραμείνει ενωμένη ό,τι και να τους λένε οι ηγεσίες τους. 

Χρειάζεται άλλες προσεγγίσεις στην πολιτική της άλλως κινδυνεύει να χάσει από αυτογκόλ.