Δευτέρα, 6 Απριλίου 2015

Φως εκ σκοτός αληθινό


Ένας από τους βασικότερους λόγους που συντριβήκαμε ως χώρα ήταν η έλλειψη πολιτισμού. Δεν είναι κλισέ.

Η διαφθορά, η διαπλοκή, η παρασιτική οικονομία, οι παθογένειες και οι στρεβλώσεις που κυριάρχησαν στις ζωές μας δεν θα επιβάλλονταν ή δεν θα διαχέονταν με τόση ευκολία, αν υπήρχε μια άλλη αισθητική και μια διαφορετική εθνική ταυτότητα με πιο ποιοτικά χαρακτηριστικά. 

Δεν την είχαμε, γι αυτό και δεν υπήρχαν αντιστάσεις ή σοβαρές κριτικές φωνές, σε ότι συνέβαινε.

Γι αυτό και εκτός από το οθωμανικό όραμα του να βολευτούμε στο δημόσιο, από το 1900 και μετά, τρέχαμε όλοι και πιο πρόσφατα να πάρουμε δανεικά όταν οι τράπεζες άρχισαν να μας στέλνουν πιστωτικές κάρτες στα σπίτια μας. 

Γι αυτό και τρέχαμε σαν ανόητοι να τζογάρουμε στο χρηματιστήριο όταν ο Σημίτης δίπλα στον Παπαδήμο μας ενθάρρυναν να εμπιστευτούμε τα λεφτά μας στις ''επενδύσεις''. Αν υπήρχε μια άλλη κυρίαρχη αισθητική στο συλλογικό μας υποσυνείδητο τα πράγματα θα ήταν διαφορετικά.

Αν επενδύαμε στο μέτρο και στον πολιτισμό, οι αντιστάσεις θα ήταν περισσότερες, ο δημόσιος λόγος θα ήταν διαφορετικός, η αισθητική της ίδιας της κοινωνίας δεν θα επέτρεπε την πλήρη άλωση της από κάθε είδους ευδαιμονικά παραληρήματα.

Στο τέλος φτάσαμε στην επικράτηση ενός ακροδεξιού συνοθυλεύματος και φαύλης συντήρησης που ανέδειξε όχι μόνο συμβολικά αλλά και ως πρόσωπα εξουσίας τον Μπαλτάκο, τον Άδωνι και τον Βορίδη.

Παρέα μάλιστα με κάποιους Μητροπολίτες, τύπου Αμβρόσιου και Άνθιμου, η ακροσυντηρητική ρητορική και αισθητική των οποίων κυριάρχησε και μπλέχτηκε μάλιστα και στη δημόσια ζωή. Οι τύποι αυτοί εκτός από τις business που έκαναν, είχαν φτάσει και στο σημείο να ζητούν και διορισμούς στην Εθνική Υπηρεσία Πληροφοριών όσων εκ των ποιμνίων τους δεν είχαν βολευτεί πουθενά αλλού.

Όλα αυτά έγιναν βαθμηδόν. Ο Χριστόδουλος που τα χρόνια της Χούντας δεν είχε καταλάβει τι γινόταν επειδή διάβαζε όπως μας πληροφόρησε, και ο οποίος πέθανε με μία αμύθητη περιουσία που θυμίζει παραληρηματικούς και ψυχωτικούς εγωμανείς και λάτρεις του πλούτου, είχε φτάσει στο σημείο να λατρεύεται επειδή είναι in! Τον γουστάραμε επειδή τα έλεγε ωραία, ακόμα και όταν καλούσε τους πολίτες να απέχουν από τις νέες ταυτότητες επειδή συνδέονταν με τον Αντίχριστο.

Την αισθητική αυτή την πληρώσαμε όλοι! Και την πληρώσαμε ποικιλοτρόπως. Είμαστε ένας λαός βαθύτατα συντηρητικός και οπισθοδρομικός. Κανένα κόμμα δεν θα μπορούσε να φλερτάρει με αξιώσεις την διακυβέρνηση της χώρας αν δεν τον αποδέχονταν πρώτα οι άρχοντες του κλήρου.

Σε αυτό το πλαίσιο και η αριστερά, και ο ΣΥΡΙΖΑ, έκαναν βήματα συμφιλίωσης και αποδοχής με το πανίσχυρο θρησκευτικό συναίσθημα που διακατέχει τον Λαό. Ο διαχωρισμός εκκλησίας κράτους παραπέμπεται σταδιακά στις καλένδες ενώ η φορολόγηση της Εκκλησίας και των Μονών, ακόμα και στις καθαρά εμπορικές και κερδοσκοπικές τους δραστηριότητες, ισότιμα με τους υπόλοιπους Έλληνες απομακρύνεται από το προσκήνιο, αν και θα ανακούφιζε τα δημόσια έσοδα 

Ούτε λόγος βέβαια να μην επιβαρύνεται το Ελληνικό Δημόσιο την πληρωμή των παπάδων της χώρας, τους χριστιανικούς ορθόδοξους δηλαδή, αφού οι υπόλοιποι θρησκευτικοί λειτουργοί προφανώς έχει κριθεί ότι λατρεύουν λάθος Θεούς.

Στα πλαίσια του σκοταδισμού αυτού, που δεν έχει να κάνει με το θρησκευτικό συναίσθημα που πρέπει να τυγχάνει σεβαστό αλλά με την εθνική μας ταυτότητα, το ''Άγιο Φως'' ανακαλύφθηκε ως θαύμα το 1982 και πλημμύρισε έπειτα τις ζωές μας. Τότε βέβαια οι πιστοί το χαίρονταν μέσω χορηγών που αναλάμβαναν την μεταφορά του θαύματος από τον Άγιο τάφο στα εγκόσμια της χώρας.

Το 2002, ο εκσυγχρονιστής Σημίτης, μεταξύ των θαυμάτων που πέτυχε στην εθνική οικονομία, εγκαθίδρυσε και την μεταφορά του Άγιου Φωτός με κρατικά έξοδα και με ειδική πτήση στην Αθήνα με το κυβερνητικό αεροσκάφος, όπου γίνεται δεκτό με τιμές αρχηγού κράτους. Τσολιάδες, Υπουργοί, στρατιωτικοί, παπάδες και πολίτες περιμένουν έμπλεοι δέους το Άγιο Φως να φτάσει στη χώρα για να μεταφερθεί στη λαμπάδα τους. 

Από την Αθήνα πάλι μεταφέρεται με ειδικές πτήσεις της πολιτικής και πολεμικής αεροπορίας σε διάφορες μητροπόλεις ανά την Ελλάδα όπου οι πιστοί χαίρονται και αγαλλιάζουν μετέχοντας κι αυτοί με τα κεράκια τους στο θαύμα. 


Με κάθε σεβασμό στο θρησκευτικό συναίσθημα, όλη αυτή η κωμωδία κοστίζει στο κράτος κάθε χρόνο περί τα 30 εκατομμύρια. Και κάποια στιγμή πρέπει να σταματήσει. Όχι μόνο για λόγους οικονομικούς αλλά κυρίως πολιτιστικούς και αισθητικής. Δεν συμβαίνει άλλωστε πουθενά αλλού!

Η εθνική συνείδηση δεν γίνεται να γαλουχείται ώστε να πιστεύει σε εξορκισμούς, θαύματα και Θείες Χάρες. Το κράτος και η κυβέρνηση που το εκπροσωπεί οφείλει να εμπνεύσει στον κόσμο ότι εμείς και η Πολιτεία είμαστε υπεύθυνοι για την τύχη και το μέλλον μας. 

Είτε λοιπόν το Άγιο Φως ανάβει με αναπτήρα είτε με το φύσημα της Θείας Χάρης, το κράτος δεν έχει καμία δουλειά να ανακατεύεται. Δεν γίνεται να προσβάλλουμε ούτε την κοινή λογική ούτε την αξιοπρέπεια των νοημόνων κατοίκων της χώρας. 

Όσοι πιστοί θέλουν να δοξάζουν το θαύμα ας αναλάβουν και το κόσμος μεταφοράς της εξάπλωσης του. Ας βρουν σπόνσορες, χορηγούς ή ας ζητήσουν από τα παγκάρια τα απαιτούμενα έξοδα για τη διάχυση του θαύματος. Είναι δικό τους θέμα και σεβαστό τους δικαίωμα. 

Το κράτος όμως δεν έχει δουλειά με τα θαύματα. Είναι κοσμικό. Και καλό είναι να παραμείνει κοσμικό μακριά από μεσαιωνικού τύπου προκαταλήψεις. Η παίδευση του Έλληνα οφείλει να αρχίσει να απομακρύνεται από τα παραμύθια του κρυφού σχολειού ή της μεταφοράς της Θείας Χάρης με το πρωθυπουργικό αεροσκάφος. 

Αυτά αναλογίστηκα διαβάζοντας την απάντηση του εκπρόσωπου τύπου και δημοσίων σχέσεων (sic) του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων στις λογικές αιτιάσεις του Προέδρου της Ένωσης Άθεων που απευθύνθηκε ευγενικά στο κράτος ζητώντας την κατάργηση αυτής της πολυτέλειας 30 εκατομμυρίων σε εποχές σκληρής κρίσης.

Μόνον οι άνθρωποι του σκότους φοβούνται το Άγιο Φως, απήντησε λακωνικά ο εκπρόσωπος τύπου του εκκλησιαστικού θαύματος και του Πατριαρχείου! 

Επειδή λοιπόν φαντάζομαι ότι οι πολεμιστές του Φωτός δεν έχουν ανάγκη περαιτέρω κρατικής χρηματοδότησης εκτός των μισθών τους για να διαδώσουν το θαύμα, φαντάζομαι ότι το κράτος και αυτή η κυβέρνηση πρέπει να πάρουν τις αποστάσεις τους απέναντι σε όλο αυτό.  

Γιατί όπως λέγαμε και πριν τις εκλογές. 
''Αν όχι εμείς, ποιοί; Αν όχι τώρα, πότε; ''