Σάββατο, 19 Μαρτίου 2016

Για το προσφυγικό. Λύσεις και προοπτικές



H αντιμετώπιση του προσφυγικού δείχνει αυτή τη στιγμή ότι είναι το μεγαλύτερο πρόβλημα όχι μόνο για την Ελλάδα αλλά και για την Ευρώπη.

Η Ελλάδα, η χώρα της πρώτης υποδοχής, έδειξε κατά κύριο λόγο αλληλεγγύη και ανθρωπισμό στην υποδοχή των προσφύγων. Καταγράφεται μια προσπάθεια ενεργούς υποστήριξης από χιλιάδες συμπολίτες μας εκτός από τις δομές αλληλεγγύης που δραστηριοποιήθηκαν με αυταπάρνηση.

Και ο στρατός όμως βοήθησε σημαντικά και αθόρυβα ιδίως στο θέμα της σίτισης προσφέροντας χιλιάδες μερίδες φαγητού ημερησίως για εβδομάδες και συνεχίζει να προσφέρει.

Υπήρχαν βέβαια και παραδείγματα ρατσισμού ή κάποιων επιτήδειων που εκμεταλλεύτηκαν τις ανάγκες των προσφύγων αλλά η γενική εικόνα δεν ανατρέπεται. 

Η Ελλάδα πιστώνεται την συμπαθητική εικόνα μιας μικρής χώρας που προσπαθεί να βοηθήσει τους πρόσφυγες με πενιχρά μέσα, κατ' εξαίρεση μάλιστα με ότι βλέπουμε στα περισσότερα κράτη της ηπείρου.

Το πρόβλημα βέβαια σαφώς και υπερβαίνει τις δυνάμεις της ενώ για πολλούς, συμπεριλαμβανομένου και του ΟΟΣΑ, είναι το μεγαλύτερο πρόβλημα που πρέπει να αντιμετωπίσει η χώρα. 

Η γεωγραφία, η απροθυμία των περισσότερων Ευρωπαϊκών χωρών να υποδεχτούν πρόσφυγες στο εσωτερικό τους, η αμφιλεγόμενη στάση της Τουρκίας και η έλλειψη προοπτικής για το τέλος του πολέμου στη Συρία δείχνουν ότι η εξίσωση δεν θα λυθεί εύκολα.

Στην παρούσα φάση το πρόβλημα μετατίθεται στην Ελλάδα. Το πλαίσιο αυτό όμως μπορεί να αποδειχτεί μονιμότερο του προσωρινού για μεγάλο αριθμό ανθρώπων. 

Πέραν της ηθικής, της αλληλεγγύης, του τι είναι δίκαιο και σωστό, πέραν ακόμα του τι θα ήθελε ο καθένας μας, η Ελλάδα πρέπει να βρει λύσεις:

- Για την προσωρινή εγκατάσταση δεκάδων χιλιάδων προσφύγων.

-Σε ένα δεύτερο επίπεδο πρέπει να φροντίσει για την ενσωμάτωση των προσφύγων που θα παραμείνουν στη χώρα για αβέβαιο χρονικό διάστημα.

Πρέπει λοιπόν να υπάρξει σχεδιασμός και να βρεθούν τα μοντέλα διαχείρισης του προβλήματος. 

Στην πρόσφατη ιστορία της η χώρα αντιμετώπισε παρόμοιο πρόβλημα με την αθρόα προσέλευση μεταναστών από την Αλβανία. Σήμερα αριθμούν περίπου 500.000 στη χώρα.

Μόλις πρόσφατα μάλιστα νομιμοποιήθηκαν τα παιδιά της δεύτερης γενιάς από τη λοιδορούμενη πρώην Υφυπουργό Μετανάστευσης. 

Τα οικονομικά δεδομένα σήμερα όμως είναι διαφορετικά.

Η Ελλάδα βρίσκεται σε κρίση. Οι θέσεις εργασίας σπανίζουν. Δεν καταγράφονται ρυθμοί μεγένθυνσης της οικονομίας που θα βοηθούσαν την ενσωμάτωση των προσφύγων μέσω της οικονομικής δραστηριότητας. 

Ακόμα κι έτσι όμως χρήσιμα παραδείγματα κρατών που ενσωμάτωσαν επιτυχώς χιλιάδες πρόσφυγες στο εσωτερικό της μπορούν να βρεθούν (ο Καναδάς, η Γαλλία στην περίπτωση των αραβόφωνων πολιτών της). 

Η μελέτη των πρακτικών που ακολούθησαν μπορεί να συνοψιστεί στα εξής. 

Η προσωρινή φιλοξενία έχει σημασία και για την αποτροπή της ανθρωπιστικής κρίσης, την προστασία της κοινωνικής συνοχής και την ομαλότητα. Λειτουργεί και ως ενδιάμεσο στάδιο ενσωμάτωσης. 

Η βέλτιστη πρακτική είναι η δημιουργία εστιών φιλοξενίας σε διάσπαρτα σημεία της χώρας ανά Περιφέρεια με προτίμηση στις περιοχές που είναι κοντά στα σύνορα για να διευκολυνθεί και η διαδικασία της μετεγκατάστασης όταν λάβει χώρα. 

Οι εστίες φιλοξενίας δεν μπορεί να είναι πρόχειροι καταυλισμοί αποτελούμενοι από τέντες ή σκηνές. Παρόμοιες συνθήκες μπορούν να φιλοξενήσουν κόσμο μόνο σε φυσιολογικές καιρικές συνθήκες και πάλι με κινδύνους.

Χρειάζεται να βρεθούν οργανωμένες και κατά προτίμηση κλειστές δομές. Η λύση των κοντέινερ που μετατρέπονται σε οικίσκους είναι ενδεδειγμένη. 

Εγκατελειμένα κτίρια, παλιιές βιομηχανίες, στρατόπεδα με κτιριακές εγκαταστάσεις ή χώροι όπως στους οποίους ήδη φιλοξενούνται πρόσφυγες, όχι με κάγκελα βέβαια και σαν φυλακές, μπορούν να χρησιμοποιηθούν για τον ίδιο σκοπό.

Σε παρόμοιους χώρους η σίτιση και η κάλυψη της υγειονομικής περίθαλψης των προσφύγων μπορεί να γίνει ομαλά.

Οι δομές αλληλεγγύης μπορούν να παίξουν επιβοηθητικό αλλά όχι ασήμαντο ρόλο συγκεντρώνοντας σταθερά τρόφιμα και ρουχισμό από τους αλληλέγγυους Έλληνες στους οποίους η Εκκλησία απουσιάζει.

Είναι βέβαιο άλλωστε ότι η Ελλάδα θα αποζημιωθεί ως χώρα για το προσφυγικό από την Ε.Ε. και τα χρήματα που θα δαπανηθούν θα καλυφθούν ίσως και με το παραπάνω.

Οι Δήμαρχοι και οι Περιφερειάρχες πρέπει να συνεργαστούν με το κράτος και να μην έχουν την ίδια αντιμετώπιση απέναντι στο ζήτημα όπως με τις χωματερές που όλοι θέλουν στο οικόπεδο του γείτονα. 

Τα ανωτέρω βέβαια αφορούν την προσωρινή εγκατάσταση των προσφύγων εν αναμονή οριστικής επίλυσης του προβλήματος και της σταδιακής μετεγκατάστασης τους. Η διαδικασία της ενσωμάτωσης είναι πιο απαιτητική και σύνθετη.

Ξεκινά βέβαια από την παιδεία. Οι πρόσφυγες που θα μείνουν στη χώρα μόνιμα, όποιος και αν είναι ο αριθμός τους, θα πρέπει να μάθουν την γλώσσα και τα βασικά για το κράτος που τους φιλοξενεί και στο οποίο θα ζήσουν. Πρέπει να γνωρίζουν για τους θεσμούς, το πολίτευμα και τον πολιτισμό.

Η εκμάθηση των προσφύγων μπορεί να γίνει στα μέρη φιλοξενίας και διαβίωσης τους και πρέπει να γίνει από δασκάλους με γνώση των αραβικών και των ελληνικών, σε δύο κατηγορίες: ανηλίκων και ενηλίκων -με την πρώτη να είναι δεδομένο ότι πολύ γρήγορα θα αφομοιώσει τα ελληνικά όπως συμβαίνει με τις παιδικές ηλικίες.

Ο σχεδιασμός θα πρέπει να είναι τέτοιος ώστε μέσα σε ένα χρόνο οι πρόσφυγες και τα προσφυγόπουλα να μπορούν ήδη να συνεννοούνται στα βασικά.

Για τα παιδιά των προσφύγων που είναι κατοχυρωμένα με πολιτικό άσυλο θα πρέπει να υπάρχει ρύθμιση ώστε να ακολουθούν και να μεταγράφονται στα ελληνικά σχολεία αναλόγως της γλώσσας, της γνώσης των βασικών μαθηματικών και της ηλικίας τους μετά από εξετάσεις του Υπουργείου Παιδείας.

Οι δάσκαλοι και το προσωπικό που θα απασχοληθούν στην εκπαιδευτική διαδικασία μπορεί να πληρώνεται από το ΕΣΠΑ βάσει προγραμμάτων που θα συμφωνηθούν με την Ε.Ε. Ή και απευθείας από το κράτος. Αυτονόητο είναι ότι η Ελλάδα πρέπει να πιέσει ώστε το κόστος να καλυφθεί από Ευρωπαϊκά κονδύλια.

Γι αυτό το λόγο θα πρέπει να διδάσκονται κάποιες βασικές αξίες του Ευρωπαϊκού πολιτισμού καθώς και ο θεσμικός τρόπος λειτουργίας της Ε.Ε. Αυτό θα διευκολύνει και την διαδικασία μετεγκατάστασης που μπορεί να κρατήσει χρόνια.

Ακολούθως και αφού οι διαδικασίες ασύλου έχουν προχωρήσει για όσους νόμιμα και μόνιμα θα διαμένουν στη χώρα θα πρέπει να υπάρχουν σχέδιο απορρόφησης των ενηλίκων στην παραγωγική διαδικασία.

Αναγκαία προϋπόθεση είναι η καταγραφή των προσόντων και των δεξιοτήτων του κάθε πρόσφυγα. Το κράτος πρέπει να ξέρει πώς μπορεί κάθε πρόσφυγας να στηρίξει την οικονομία, τον εαυτό του και την οικογένεια του, να τον πιστοποιήσει και να τον εντάξει στην παραγωγή.

Κατηγορίες προγραμμάτων βασικής επαγγελματικής εκπαίδευσης θα μπορούσαν να σχεδιαστούν για τους πρόσφυγες που διαπιστώνεται ότι μπορούν να ακολουθήσουν.

Το προσφυγικό είναι ένα σύνθετο πρόβλημα. Οι διπλωματικές λύσεις είναι αμφίβολο κατά πόσο θα πετύχουν να διαμοιράσουν ή και να ανακόψουν τις ανθρώπινες ροές. Η απροθυμία των Ευρωπαϊκών κρατών να δεχτούν πρόσφυγες είναι δεδομένη.

Η Ελλάδα πρέπει να επιλύσει το πρόβλημα όχι μόνο της προσωρινής εγκατάστασης αλλά και της ενσωμάτωσης. Πρέπει να το κάνει με σχέδιο και τρόπο δημιουργικό ώστε και να εξασφαλίσει την κοινωνική ειρήνη αλλά και να συνεισφέρει στο εργατικό δυναμικό και την οικονομία.

Τα πιο ισχυρά κράτη στον κόσμο άλλωστε είναι πολυπολιτισμικά (ΗΠΑ, Καναδάς, Αγγλία) και ήταν αυτά που ενσωμάτωσαν επιτυχώς τους μετανάστες στο εσωτερικό τους μεγενθύνοντας την οικονομία και τον πολιτισμό τους.