Σάββατο, 10 Δεκεμβρίου 2016

Ευρωπαϊκό χρηματιστήριο ρύπων: Μια ανορθόδοξη ελληνική εξαίρεση

H εξαίρεση της Ελλάδας από τους κανόνες λειτουργίας του ευρωπαϊκού χρηματιστηρίου ρύπων θα υπονομεύσει την μετάβαση της οικονομίας σε καθαρότερες μορφές ενέργειας ενώ είναι αμφίβολο αν θα την ωφελήσει οικονομικά.

Η Ελλάδα διεκδικεί τα τελευταία χρόνια την εξαίρεση της από τους κανόνες λειτουργίας του ευρωπαϊκού χρηματιστηρίου ρύπων για την χρονική περίοδο 2021-2030. Πρόσφατα, η κ. Σπυράκη επανέφερε την αξίωση. 

Η ιδιαιτερότητα αυτή οφείλεται σε πιέσεις ιδίως της ΔΕΗ και τμήματος της ελληνικής βιομηχανίας που επιδιώκουν την κάμψη της αρχής ''ο ρυπαίνων πληρώνει''.

Μέσω του χρηματιστηρίου ρύπων θερμοκηπίου οι φορείς που κατά την λειτουργία τους επιβαρύνουν υπέρμετρα το περιβάλλον υποχρεούνται να αγοράζουν δικαιώματα άνθρακα.

Τα έσοδα των δικαιωμάτων διατίθενται για την στήριξη των ΑΠΕ. Το μέτρο εξάλλου δίνει (αντι)κίνητρα στις ρυπαίνουσες επιχειρήσεις να υιοθετήσουν φιλικότερες προς το περιβάλλον τεχνολογίες. 

Το οικονομικό βάρος για την ΔΕΗ και για τις ρυπαίνουσες βιομηχανίες υπονομεύει την ανταγωνιστικότητα τους. 

Από την άλλη εξαιτίας των καταβαλλόμενων δικαιωμάτων ενισχύονται τα δημόσια έσοδα και στηρίζεται ο ειδικός λογαριασμός του ΛΑΓΗΕ για την ανάπτυξη των ΑΠΕ, εκ των βασικών στόχων της ευρωπαϊκής πολιτικής.

Υπολογίζεται ότι αν οι λιγνιτικές μονάδες της ΔΕΗ παράγουν χωρίς να καταβάλλουν δικαιώματα εκπομπών, τα έσοδα του ειδικού λογαριασμού θα μειωθούν μέχρι και 50%.

Είναι άγνωστο βέβαια πως θα αντισταθμιστεί η απώλεια αυτών των δημόσιων εσόδων στα οποία βασίζεται η στήριξη και ανάπτυξη των ΑΠΕ στην Ελλάδα, αν η Ελλάδα εξαιρεθεί από το καθεστώς των δικαιωμάτων των ρύπων. 

Σύμφωνα βέβαια με τη ΔΕΗ η προστασία του λιγνίτη και της λιγνιτικής παραγωγής είναι ο μόνος τρόπος για να συγκρατηθεί το κόστος της ηλεκτροπαραγωγής στην Ελλάδα.

Έτσι, ο πρόεδρος της ΔΕΗ συναντήθηκε στις 10/10 με Έλληνες Ευρωβουλευτές όλων των κομμάτων για να προωθήσει την εξαίρεση της χώρας από τους κανόνες λειτουργίας του ευρωπαϊκού χρηματιστηρίου ρύπων σύμφωνα με το άρθρο 10γ της Ευρωπαϊκής οδηγίας 2003/87. 

Ο σχεδιασμός των νέων μονάδων παραγωγής λιγνίτη ισχύος 450MW στην Μελίτη αξίας 1 δισ. και της Πτολεμαΐδα V ισχύος 660 MW αξίας 2.4 δισ. ευρώ. δείχνουν τον επενδυτικό προσανατολισμό της ΔΕΗ στο λιγνίτη. 

Οι σημαντικοί ηλεκτροπαραγωγοί και οι ανεπτυγμένες χώρες της Ευρώπης όμως δεν ακολουθούν την ίδια τακτική. Πλέον ούτε και τα αναπτυσσόμενα κράτη που το 2015 ξεπέρασαν σε επενδύσεις ΑΠΕ τα ανεπτυγμένα κράτη (150bn$ έναντι 130bn$)

Η εκπλήρωση των ευρωπαϊκών αλλά και διεθνών υποχρεώσεων της χώρας (ιδε Συνήθηκη Παρισιού) επιβάλλει την απεξάρτηση της από τα ορυκτά καύσιμα και τον λιγνίτη και την εκμετάλλευση αειφόρων πηγών ενέργειας. 

Η Ε.ΟΝ επενδύει €5 δις σε έξυπνα δίκτυα διανομής και ΑΠΕ, η σουηδική Vatenfallανακοίνωσε την πρόθεσή της να πουλήσει τα λιγνιτικά της ορυχεία, η ιταλική ENEL, αποσύρεται από τις επενδύσεις σε άνθρακα στρεφόμενη σε μονάδες ΑΠΕ.

Τα τελευταία χρόνια οι μεγαλύτερες εταιρείες εξόρυξης των ΗΠΑ, (η Peabody και η ArchCoal) σχεδόν έχασαν την αξία τους όπως συνέβη με την μετοχή της γερμανικής RWE που στηρίζεται στα παραδοσιακά καύσιμα. 

Χώρες όπως ο Καναδάς, η Γαλλία, η Γερμανία, πολιτείες όπως η Νέα Υόρκη ή η Καλιφόρνια έχουν θεσμοθετήσει ήδη την πλήρη απεξάρτηση τους από τα ορυκτά καύσιμα τα επόμενα χρόνια. 

Το μέλλον του ενεργειακού σχεδιασμού δεν είναι στα ορυκτά καύσιμα. Ούτε στο λιγνίτη, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι πρέπει να σταματήσουμε αύριο την εκμετάλλευση του. 

Ο ενεργειακός χάρτης της χώρας όμως πρέπει να έχει ξεκάθαρο στόχo την αύξηση της παραγωγής και αποθήκευσης πράσινου ηλεκτρισμού.

Η κατάργηση της βιομηχανίας του άνθρακα ακολουθεί τα διεθνή πρότυπα και τη Συμφωνία του Παρισιού. 

Το κόστος παραγωγής του πράσινου ηλεκτρισμού θα συνεχίσει να συμπιέζεται από την ωρίμανση της τεχνολογίας σε κάθε κλάδο AΠΕ.

H Ελλάδα δεν έχει λόγους να κολυμπά ενάντια στο ρεύμα. Η έμφαση στη λιγνιτική παραγωγή και τα ορυκτά καύσιμα είναι αναχρονιστική και δεν συμβαδίζει με την βιώσιμη ανάπτυξη. 

Η χώρα πρέπει σταδιακά να μετατραπεί σε οικονομία υψηλής ενεργειακής απόδοσης και χαμηλών εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα για την προστασία του περιβάλλοντος, του τουρισμού, της οικονομίας. 

Η ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας και η δημιουργία νέων θέσεων εργασίας στο χώρο της ενέργειας πρέπει να αφιερωθεί σε μορφές εκμετάλλευσης με χαμηλό κόστος παραγωγής, που προστατεύουν το περιβάλλον και συντηρούνται αειφόρα.