Δευτέρα, 2 Ιανουαρίου 2017

Κλιματική αλλαγή: Κόστος, κίνδυνοι και προκλήσεις για την Ελλάδα

Το μετριοπαθές κόστος της κλιματικής αλλαγής για την χώρα μας εκτιμάται σε 600 δισ. άλλως σε μείωση του ΑΕΠ κατά 2.5% τα επόμενα 35 χρόνια. Για τον περιορισμό των δυσμενών επιπτώσεων απαιτούνται αλλαγές στο μείγμα του παραγόμενου ηλεκτρισμού, στον τομέα των μεταφορών, της ενεργειακής επάρκειας των κτιρίων και στην υδάτινη πολιτική. 

Τα φαινόμενα της κλιματικής αλλαγής εξ αιτίας της υπερθέρμανσης του πλανήτη θα έχουν μεγαλύτερη ένταση και επίδραση στη χώρα μας. Το ποικιλλόμορφο ανάγλυφο και οι διαφορετικές κλιματικές συνθήκες στο δυτικό και ανατολικό κλίμα της χώρας που αλληλεπιδρούν καθιστούν την χώρα πιο ευαίσθητη στην αλλαγή του κλίματος.

Η Ελλάδα διαθέτει ακτογραμμή 16.000 χιλιομέτρων εκ των οποίων το 20% είναι εξαιρετικά ευπαθές στην άνοδο της στάθμης της θάλασσας. Ο κίνδυνος είναι αυξημένος καθώς η στάθμη των υδάτων αναμένεται να αυξηθεί από 2 εκατοστά μέχρι 2 μέτρα μέχρι το 2100.

40 με 50 εκατοστά εκτιμάται μια συνήθη αύξηση των υδάτων που θα δημιουργήσει προβλήματα στη νησιωτική Ελλάδα και στα περισσότερα λιμάνια της χώρας και στο μεταφορικό δίκτυο.

Η θερμοκρασία της γης ενδέχεται να αυξηθεί κατά 1.4 - 5.8 °C βαθμηδόν μέχρι το 2100 και πολλοί τουριστικοί προορισμοί της χώρας μας θα επηρεαστούν σημαντικά. Θα υπάρξει αύξηση των ημερών καύσωνα και νύχτες όπου η θερμοκρασία δεν θα πέφτει κάτω από τους 20 βαθμούς.

Οι επιπτώσεις στο δείκτη της “τουριστικής ευφορίας” θα είναι αρνητικές στην ανακατανοµή των αφίξεων τουριστών στη χώρα µας και των τουριστικών εισπράξεων.

Η αύξηση της θερμοκρασίας δεν θα εντείνει μόνο την δυσφορία του πληθυσμού αλλά είναι και ενεργειακά δαπανηρή αφού απαιτεί περισσότερη ενέργεια στα συστήματα ψύξης. 

Οι δέκα μεγαλύτεροι αγροτικοί νομοί της χώρας θα δεχθούν μεγάλη πίεση στις καλλιέργειες. Οι μέρες καύσωνα θα αυξηθούν όπως και οι συνεχόμενες ημέρες χωρίς βροχή ενώ η τα ακραία καιρικά φαινόμενα θα πολλαπλασιαστούν. 

H αύξηση της θερμοκρασίας θα απαιτήσει μεγαλύτερες ποσότητες νερού και για οικιακές ανάγκες και για την άρδρευση ενώ οι ποσότητες των βροχοπτώσεων θα μειωθούν. 

Σύμφωνα με ολοκληρωμένη έκθεση της ΤτΕ, στην περίπτωση του σεναρίου ανυπαρξίας δράσης της χώρας μας για τον περιορισμό της κλιματικής αλλαγής, υπολογίζεται ότι το ΑΕΠ της Ελλάδος θα µειωθεί κατά 2% το 2050 και κατά 6% το 2100. Σε αυτό το σενάριο το συνολικό σωρευτικό κόστος για την ελληνική οικονοµία ανέρχεται στα 701 δισ. (σε σταθερές τιµές του 2008).

Στο μετριοπαθές Σενάριο Προσαρμογής και στοχευμένων δράσεων κατά της κλιματικής αλλαγής με στόχο τη μείωση των εκπομπών του ρύπου θερμοκηπίου και την μείωση των δυσμενών επιπτώσεων το κόστος εκτιµάται ίσο µε 67 δισ. ενώ το συνολικό κόστος εκτιμάται στα 577 δισ. καθώς περιλαμβάνει την οικονομική αξία εξαιτίας των ζημιών που θα προκληθούν από την κλιματική αλλαγή.

H διαφορά του κόστους των 120 δισεκατομμυρίων και των δυσμενέστερων επιπτώσεων μεταξύ των δύο σεναρίων δεν είναι αδιάφορη.

Το κόστος της κλιματικής αλλαγής θα είναι μικρότερο για την οικονομία και τις τσέπες μας αν ακολουθηθεί πολιτική μείωσης των εκπομπών των ρύπων θερμοκηπίου. Η βαθμιαία απεξάρτηση της ενεργειακής αυτάρκειας από τον λιγνίτη είναι βασική συνθήκη για την μείωση της επιβάρυνσης του περιβάλλοντος από την ανθρωπογενή δραστηριότητα.

Οι συνθήκες της κλιματικής αλλαγής δημιουργούν ευνοϊκές συνθήκες για την ηλιακή ενέργεια αφού η ακτινοβολία θα αυξηθεί στην χώρα μας ενώ και η ένταση της αιολικής ενέργειας αναμένεται να αυξηθεί κατά περίπου 10%. 

Τα συστήματα ΑΠΕ άλλωστε μπορούν να υποστηρίξουν την ενεργειακή αυτονομία των κτιρίων μέσω της γεωθερμίας και των φωτοβολταϊκών. Παράλληλα πρέπει να περιοριστεί η ενεργειακή κατανάλωση του κτηριακού τομέα στην Ελλάδα που ευθύνεται για το 1/3 περίπου των εκποµπών διοξειδίου του άνθρακα (CO2) και για το 36% περίπου της συνολικής ενεργειακής κατανάλωσης. 

Απαιτούνται ενέργειες που στοχεύουν στη βελτίωση των θερµικών χαρακτηριστικών κυρίως του αστικού περιβάλλοντος και ενέργειες που στοχεύουν στη µείωση των θερµικών και ενεργειακών αναγκών των κτηρίων.

Θα χρειαστούν επίσης συγκεκριµένα µέτρα πολιτικής για την αντιµετώπιση των επιπτώσεων από το σύστηµα µεταφορών που ευθύνεται για μεγάλη παραγωγή εκπεμπόμενων ρύπων. 

Η µείωση της µεταφορικής ζήτησης, η ενίσχυση της οικολογικής οδήγησης (ecodriving), η µέγιστη εκµετάλλευση της χωρητικότητας των µέσων µεταφοράς, η ενίσχυση συνδυασµένων εµπορευµατικών µεταφορών με µείωση ποσοστού οδικών µεταφορών προς όφελος των θαλάσσιων και σιδηροδροµικών µεταφορών είναι ορισμένα από τα μέτρα που πρέπει να ακολουθήσουμε.

Το διαχειριστικό σχέδιο για την υδάτινη πολιτική πρέπει να περιλαμβάνει εθνικό χωροταξικό σχέδιο όπου η χρήση των επιφανειακών και υπόγειων υδατικών σωµάτων και οι χρήσεις γης θα οριοθετούνται και θα περιγράφονται, εκσυγχρονισμό των αρδρευτικών και υδρευτικών συστημάτων και ανάπτυξη τεχνογνωσίας για την επαναχρησιμοποίηση του νερού. 

Η κλιματική πολιτική συνδέεται με τον πρωτογενή τομέα την αγροτική παραγωγή, την αλιεία, τα δάση μας και τα νερά μας. Συνδέεται με τον τουρισμό βασική πηγή πλούτου της Ελλάδας. Το κόστος θα είναι μεγαλύτερο και οι συνέπειες πιο επιβλαβείς αν καθυστερήσουμε να αναπτύξουμε τις πολιτικές που απαιτούνται.