Σάββατο, 23 Νοεμβρίου 2013

Οι αλήθειες που δεν λέμε πια

Η είδηση μιας αυτοκτονίας ή του θανάτου συνανθρώπων μας από αναθυμιάσεις στην προσπάθεια τους να ζεσταθούν πλέον δεν προξενεί εντύπωση. Καταγράφεται μόνον στο διαδίκτυο. Εκεί μόνο μπορεί να διαβάσει κανείς για παράδειγμα πως ένα ζευγάρι ηλικιωμένων πέθανε μπροστά από το τζάκι του τα ξημερώματα από αναθυμιάσεις. 

Οι ειδήσεις καταχωρούνται για λίγη ώρα στον ηλεκτρονικό τύπο και μετά χάνονται στην άβυσσο των τρισεκατομμυρίων digits που ταξιδεύουν στον αχανή κυβερνοχώρο. Δεν αφήνουν το στίγμα τους. Αντιμετωπίζονται ως κάτι αναμενόμενο. Η αυτοκτονία του 77χρονου Δημήτρη Χριστούλη στο Σύνταγμα στις 4/42012 είχε αντιμετωπιστεί ως κάποιο γεγονός άξιο αναφοράς. Οι επόμενοι παρόμοιοι θάνατοι δεν φάνηκε να προξενούν εντύπωση. Όμως επαναλαμβάνονται. 

Οι αποκαρδιωτικές συνέπειες του οικονομικού αδιεξόδου και της πολιτικής που απαρέγκλιτα ακολουθείται για την ικανοποίηση κάποιων στόχων που ουδέποτε εκπληρώνονται είναι σαν ένα κυνήγι μαγισσών που σωρεύει θλίψη και απογοήτευση στην κοινωνία. Οι πιο αδύνατοι ψυχικά δεν μπορούν να διαχειριστούν τις καταστάσεις και τα αδιέξοδα καταλήγοντας στην αυτοχειρία.

Τα παραδοσιακά μέσα ενημέρωσης βέβαια δεν λερώνουν την λάμψη τους από τέτοια γεγονότα. Τα τελευταία 24ωρα υπερίσχυσαν οι εικόνες και οι εμβριθείς αναλύσεις από τις άνευ σημασίας δηλώσεις του Πρωθυπουργού μας σε στημένες συνεντεύξεις τύπου στην Γερμανία. Δεν τίθεται θέμα σύγκρισης βέβαια. Οι νεκροί ανήκουν στις οικογένειες τους και οι προσωπικές τους στιγμές δεν αφορούν τον κοινό βίο. Είναι αναμενόμενο επίσης να καλύπτεται η συνέντευξη τύπου δύο Πρωθυπουργών, ακόμα και όταν οι κοινότυπες δηλώσεις τους έχουν γραφτεί ημέρες πριν.

Όμως η επίσημη πολιτική ατζένα λίγο τελικά μας αφορά. Οι συνέπειες της πολιτικής που ακολουθείται δεν κρίνεται από τις δηλώσεις κυβερνητικών αξιωματούχων αλλά από τις καθημερινές ιστορίες της ζώσας κοινωνίας. Εκεί εντοπίζονται τα αδιέξοδα και τα προβλήματα που πρέπει να λυθούν και τα οποία όλο και αυξάνονται και με αυτά πρέπει να ασχοληθούμε. 

Πίσω από τους θανάτους που αποσιωπούμε και σιωπηλά πληθαίνουν, κρύβονται ιστορίες που ζωγραφίζουν το πρόσωπο της πολιτικής που εφαρμόζεται και των επιλογών που ακολουθούνται. Η αύξηση της τιμής του πετρελαίου θέρμανσης επιβλήθηκε για να εξισωθεί η φορολογία του με το πετρέλαιο κίνησης. Εξηγήθηκε ότι δεν έπρεπε να υπάρχουν αποκλίσεις σε ομοειδή προϊόντα που νοθεύουν την αγνότητα του ανταγωνισμού. Η κυβέρνηση δεν μπορούσε ούτε να διαπραγματευτεί ή να καθορίσει την τιμή του. Τι κατάλαβε όμως κανείς πέρα από το ότι δεν φθάνουν τα χρήματα του ούτε για να ζεσταθεί;

Πρέπει λοιπόν να επανακαθορίσουμε την αυτονομία μας στην χάραξη και της διαμόρφωση της εθνικής πολιτικής. Οι δείκτες που μετρούν τις επιτυχίες των προγραμμάτων χρειάζεται να αποκτήσουν διαφορετική στόχευση ώστε να αποκατασταθεί η κοινωνική συναίνεση.
Η κοινωνία σηκώνει απελπιστικά μόνη τα βάρη και ο κατασταλτικός πειθαναγκασμός της απλά θα γιγαντώσει τις ρίζες του φασισμού που αναπτύσσεται. Τα προβλήματα είναι πολλά και μεγενθύνονται από τα κοινωνικά αδιέξοδα. 

Οι διαιτητές βέβαια πρέπει να αλλάξουν στο εσωτερικό μας. Τα βάρη εξακολουθούν να μην κατανέμονται δίκαια. Ουδείς ενοχλεί τους δικαιούχους της λίστας Λαγκάρντ, της λίστας Λιχτενστάιν, της λίστας του Λονδίνου με τα μεγάλα ακίνητα, της Ελβετίας με τους μεγαλοκαταθέτες, της λίστας στην Τράπεζα της Ελλάδος με όσους φυγάδευσαν εμβάσματα που δεν μπορούσαν ποτε να δικαιολογηθούν με βάση τα εισοδήματα τους.

Οι ανισότητες κραυγάζουν. Η κοινωνική συναίνεση πάνω στην οποία θα μπορούσε να στηριχτεί μια συμφωνία ανοικοδόμησης συνθλίβεται. Έχουμε 60% ανεργία στους νέους που μεταναστεύουν όταν την ίδια στιγμή 30 χρονια κορίτσια διορίζονται ως διοικητές Νοσοκομείων. Ο κόσμος λιμοτοκτονεί ή πεθαίνει απ' το κρύο και η κυβέρνηση ξοδεύει 150000 ευρώ σε γραβάτες για την Προεδρία μας ώστε τα στελέχη της να μοιάζουν πιο χαριτωμένα. Υπάρχει πρόκληση και αυθάδεια που δεν μπορεί πλέον να γίνει ανεκτή σε τέτοιες εποχές. 

Έχει φθάσει η ώρα να απαιτήσουμε να αλλάξουν οι συνθήκες. Δεν χρειάζεται να μας το πει κανείς εγκέφαλος από τις Βρυξέλλες, το Βερολίνο ή την Ουάσινγκτον αυτό. Η ανάγκη τίθεται από τις ίδιες τις καταστάσεις. Είμαστε χρόνια δεμένοι με τη θηλιά ενός φαύλου κύκλου στον οποίο πνίγονται όλες οι προσπάθειες μας. Πρέπει να καθορίσουμε εκ νέου τις προτεραιότητες μας στο πλαίσιο ενός νέου κοινωνικού συμβολαίου.

Να επαναδιαπραγματευτούμε με τους δανειστές μας και να αποκτήσουμε ένα κοινό όραμα τοποθετώντας το εγώ μας σε μία άλλη σχέση προσφοράς απέναντι στο κράτος. Καμία προσφορά απέναντι στην πατρίδα δεν είναι άσκοπη αρκεί η οντότητα που μας εκπροσωπεί να έχει κάποια ευγενή και ελπιδοφόρα χαρακτηριστικά που έχουν χαθεί οριστικά. Μπορούμε να εργαστούμε συλλογικά για να μην καταστήσουμε την χώρα μας μια αποικία χρέους και για να μοιράσουμε δίκαια αυτό που μας αναλογεί μακριά από παραμύθια και αυταπάτες. Μόνον αν το πιστέψουμε θα μπορέσουμε να το διεκδικήσουμε.

Θα ορθοποδήσουμε αν η πολιτεία μας προσφέρει στέρεο έδαφος για να πατήσουμε. Αν μας προστατέψει θα εκχωρήσουμε μόνοι μας το απαραίτητο αντάλλαγμα της σωτηρίας μας και των υλικών απολαβών μας σε αυτή. Αντί λοιπόν για μυθολογικά πρωτογενή πλεονάσματα που θα επενδύονται σε διαστημικούς σταθμούς από τους οποίους θα εκτοξεύονται πύραυλοι στους γαλαξίες ας δούμε καλύτερα την κατάντια μας και τις επιλογές μας. Ας κάνουμε την αυτοκριτική μας και ας προχωρήσουμε μπροστά αλλάζοντας τα πράγματα. Αλλιώς το παραμύθι θα έχει κακό τέλος. 

Θαρρείς για όλα αυτά μας έγραφε ο Αναγνωστάκης από παλιά. 

Μιλούσανε στο παιδί για δράκους και για το πιστό σκυλί
για τα ταξίδια της Περσεφόνης και για τον άγριο λύκο.
Μα στο παιδί δεν άρεσαν ποτε τα παραμύθια.

Τώρα, τα βράδια κάθομαι και του μιλώ.
Λέω το σκύλο σκύλο, το λύκο λύκο, το σκοτάδι σκοτάδι
του δείχνω με το χέρι τους κακούς, του μαθαίνω
ονόματα σαν προσευχές, του τραγουδώ τους νεκρούς μας.

Α, φτάνει πιά! Πρέπει να λέμε την αλήθεια στα παιδιά